Η πρώτη φορά στην Αντίπαρο ήταν τη δεκαετίας του ‘60, κάθε καλοκαίρι σχεδόν, στις διακοπές του σχολείου. Ότι βλέπεις σήμερα, τότε ήταν επιστημονική φαντασία. Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς αυτοκίνητα, χωρίς φέρι μποτ, με ένα υπαίθριο κινηματογράφο είτε σε αυλή είτε σε κάποια ταράτσα πριν το μόνιμο χώρο του Cine Oliaros, με δύο τρία καφενεία, ξύλινα καΐκια και βάρκες στο μικρό λιμάνι. Ελάχιστοι επισκέπτες, οι περισσότεροι Έλληνες οικογενειάρχες, η Μανταλένα κι ο Ανάργυρος για πιο απαιτητικούς ταξιδιώτες , κάποια ολόλευκα πεντακάθαρα δωμάτια για τους υπόλοιπους. Το πλέον χαρακτηριστικό τότε, που δεν συνάντησα ποτέ ξανά, ήταν μια απέραντη γαλήνη και ησυχία που επικρατούσε στο ψαροχώρι. Κάποιες στιγμές η μηχανή ενός πλεούμενου ή σπανίως κάποιος ντελάλης έδειχναν σημάδια κίνησης και ζωής. Ποιότητα ζωής και χαλαροί ρυθμοί, που δεν μου άρεσαν, ούτε μπορούσα τότε να κατανοήσω. Τις δεκαετίες 1980 και 1990 όλα αυτά ήταν ήδη μακρινό παρελθόν. Το καφενείο στην πλατεία μεγάλωσε, ο Σιφνέικος απέκτησε παγκάκια, μικρά ξενοδοχεία και πολλά ενοικιαζόμενα δωμάτια εμφανίσθηκαν ξαφνικά, οι ντίσκο Μύλος και La Louna ήταν σημεία συνάντησης και διασκέδασης για έφηβους, μικρότερους ή μεγαλύτερους. Στα 5φ αργά μετά τα μεσάνυχτα για σουβλάκι γύρο οι περισσότεροι και κατοπιν μια βολτίτσα στην παραλία πριν τον ύπνο. Έπαιρναν μοναδική ενέργεια απ το νησί και τη χάριζαν απλόχερα. Αυτή είναι η δύναμη της Αντίπαρου διαχρονικά.







































































































































































































